|
Ο Μόντι,
ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε
δημοσίως τις
λεπτομέρειες αυτές, ενώ,
όπως συμβαίνει συχνά με
εμπορικές ανακοινώσεις
της κυβέρνησης Τραμπ,
παραμένει ανοικτό το
ενδεχόμενο αναθεωρήσεων.
Παρά τις
ασάφειες, η συμφωνία
έγινε δεκτή θετικά τόσο
από κυβερνητικούς
αξιωματούχους όσο και
από τις αγορές. Η ινδική
ρουπία κατέγραψε τη
μεγαλύτερη άνοδο των
τελευταίων τριών και
πλέον ετών, ενώ το
χρηματιστήριο της χώρας
σημείωσε τη μεγαλύτερη
ημερήσια άνοδο από το
2021.
Όπως
δήλωσε στο
Bloomberg
ο Κένεθ Τζάστερ, πρώην
πρέσβης των ΗΠΑ στην
Ινδία, πρόκειται για
ιδιαίτερα θετική εξέλιξη
στις σχέσεις των δύο
χωρών. Κατά τον ίδιο,
αυτή η συμφωνία συνιστά
την πρώτη φάση και,
εφόσον συνεχιστεί ο
διάλογος, δεν
αποκλείεται περαιτέρω
μείωση των δασμών.
Ο
προηγούμενος συντελεστής
50%, που είχε τεθεί σε
ισχύ τον Αύγουστο, είχε
πλήξει σοβαρά τη
μεταποιητική βάση της
Ινδίας, αποδυναμώνοντας
τον ρόλο της ως
εναλλακτικού παραγωγικού
κόμβου και επιβαρύνοντας
το κλίμα στις διμερείς
σχέσεις. Το νόμισμα της
χώρας είχε καταγράψει
τις χειρότερες επιδόσεις
στην Ασία έναντι του
δολαρίου τον προηγούμενο
μήνα, υπό το βάρος της
αβεβαιότητας για την
απουσία εμπορικής
συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Η νέα
προσέγγιση έρχεται μετά
από μακρά περίοδο
αδιεξόδου στις
διαπραγματεύσεις, κατά
την οποία η Ινδία
διατηρούσε από τα
υψηλότερα δασμολογικά
επίπεδα διεθνώς και
παρέμενε μία από τις
λίγες μεγάλες οικονομίες
χωρίς συμφωνία με την
Ουάσινγκτον. Επιπλέον, η
ενίσχυση των δεσμών του
Τραμπ με το Πακιστάν
είχε οξύνει τις εντάσεις
με το Νέο Δελχί.
Η
συμφωνία αναμένεται να
λειτουργήσει
υποστηρικτικά για την
ινδική οικονομία. Αν και
η χώρα δεν βασίζεται
αποκλειστικά στις
εξαγωγές, οι ΗΠΑ
αποτελούν τον μεγαλύτερο
εμπορικό της εταίρο,
απορροφώντας περίπου το
20% των εξαγωγών. Κλάδοι
όπως η
κλωστοϋφαντουργία, τα
δερμάτινα είδη, η
υποδηματοποιία και τα
κοσμήματα είχαν δεχθεί
έντονο πλήγμα από το
προηγούμενο καθεστώς
δασμών.
Με τον
νέο συντελεστή 18%, η
Ινδία αποκτά πλέον
πλεονέκτημα έναντι χωρών
όπως το Βιετνάμ (20%)
και μεγάλο μέρος της
Νοτιοανατολικής Ασίας
(19%), αν και
υπολείπεται της Νότιας
Κορέας και της Ιαπωνίας,
που εξασφάλισαν δασμούς
15%.
Η
εξέλιξη αυτή ενδέχεται
να ενισχύσει τις
επενδυτικές ροές προς
την Ινδία, η οποία
φιλοδοξεί να προσελκύσει
βιομηχανίες που
αναζητούν εναλλακτική
λύση έναντι της Κίνας. Η
Capital
Economics
εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα
ενισχυθεί φέτος κατά 0,2
έως 0,3 ποσοστιαίες
μονάδες, ενώ ανώτατο
κυβερνητικό στέλεχος
ανέφερε ότι η ανάπτυξη
θα μπορούσε να φθάσει το
7,4% στο επόμενο
οικονομικό έτος,
ξεπερνώντας τις
προηγούμενες επίσημες
προβλέψεις.
Οι
συνομιλίες είχαν ενταθεί
χωρίς εμφανείς ενδείξεις
άμεσης συμφωνίας, αν και
η πρόοδος φάνηκε να
επιταχύνεται μετά την
ανάληψη καθηκόντων από
τον νέο πρέσβη των ΗΠΑ
στην Ινδία, Σέρτζιο
Γκορ, στενό συνεργάτη
του Τραμπ. Ο ίδιος
χαρακτήρισε τη συμφωνία
«εξαιρετικά
ενθαρρυντική», κάνοντας
λόγο για «απεριόριστες
δυνατότητες» στη σχέση
των δύο χωρών.
Κεντρικό
σημείο τριβής αποτέλεσαν
οι εισαγωγές ρωσικού
πετρελαίου από την
Ινδία, οι οποίες
αυξήθηκαν μετά την
εισβολή της Ρωσίας στην
Ουκρανία το 2022, λόγω
των σημαντικών
εκπτώσεων. Παρότι οι
αμερικανικές πιέσεις
περιόρισαν τη ροή, δεν
την εξάλειψαν πλήρως. Ο
Τραμπ ανέφερε ότι το Νέο
Δελχί εξετάζει αυξημένες
αγορές πετρελαίου από
τις ΗΠΑ και ενδεχομένως
από τη Βενεζουέλα, χωρίς
ωστόσο επίσημη
επιβεβαίωση από την
ινδική πλευρά.
Εμπόδιο
στις διαπραγματεύσεις
αποτέλεσε και ο αυστηρά
προστατευμένος αγροτικός
τομέας της Ινδίας, καθώς
και οι περιορισμοί στις
γενετικά τροποποιημένες
καλλιέργειες και στα
γαλακτοκομικά προϊόντα,
όπου η Ουάσινγκτον
επιδιώκει μεγαλύτερη
πρόσβαση.
Η
συμφωνία με τις ΗΠΑ
έρχεται λίγες ημέρες
μετά την υπογραφή
εμπορικής συμφωνίας της
Ινδίας με την Ευρωπαϊκή
Ένωση, ανεβάζοντας σε
πέντε τον αριθμό
αντίστοιχων συμφωνιών
από τον Μάιο. Σύμφωνα με
την
Citigroup,
οι κινήσεις αυτές
μειώνουν ουσιαστικά τον
κίνδυνο γεωπολιτικής
απομόνωσης της χώρας και
ενισχύουν τη θέση της
στις παγκόσμιες αλυσίδες
εφοδιασμού.
Συνολικά, η νέα εμπορική
συμφωνία φαίνεται να
σηματοδοτεί επανεκκίνηση
στις σχέσεις ΗΠΑ–Ινδίας,
έπειτα από μια περίοδο
εντάσεων, ανοίγοντας τον
δρόμο για βαθύτερη
οικονομική συνεργασία.
Πηγή:
Bloomberg
|